Category

ΕΝΔΟΚΡΙΝΟΛΟΓΙΚΟ

diabetes mediterraneo hospital ariadni spyroglou - Όσα χρειάζεται να γνωρίζετε για τον σακχαρώδη διαβήτη

Όσα χρειάζεται να γνωρίζετε για τον σακχαρώδη διαβήτη

By ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΑ, ΔΙΑΒΗΤΟΛΟΓΙΚΟ, ΕΝΔΟΚΡΙΝΟΛΟΓΙΚΟ

Αριάδνη Σπύρογλου, Ενδοκρινολόγος Mediterraneo Hospital


Τι είναι ο σακχαρώδης διαβήτης (ΣΔ);

Ο σακχαρώδης διαβήτης (ΣΔ) χαρακτηρίζεται από διαταραχή του μεταβολισμού των υδατανθράκων με συνέπεια την αύξηση της τιμής της γλυκόζης στο αίμα. Δύο είναι οι κύριοι μηχανισμοί που προκαλούν αυτή την διαταραχή: η ανεπάρκεια του παγκρέατος να παράγει ινσουλίνη και η αδυναμία των κυττάρων του οργανισμού να ανταποκριθούν στην ινσουλίνη.

  • Ο αριθμός των ατόμων με διαβήτη αυξήθηκε από 108 εκατομμύρια το 1980 σε 422 εκατομμύρια το 2014.


Ποιες είναι οι αιτίες του;

Ανάλογα με την διαταραχή ο ΣΔ ταξινομείται σε τρεις κύριες κατηγορίες:

ΣΔ τύπου 1 ή νεανικός: Στον τύπο αυτό τα κύτταρα του παγκρέατος που φυσιολογικά παράγουν ινσουλίνη καταστρέφονται μέσω ενός αυτοάνοσου μηχανισμού, δηλαδή μέσω αντισωμάτων που παράγει ο οργανισμός κατά των κυττάρων του παγκρέατος και έχει ως συνέπεια την απόλυτη έλλειψη ινσουλίνης.

ΣΔ τύπου 2 ή ενηλίκων: Στον τύπο αυτό και τουλάχιστον στα πρώτα στάδιά του, η έκκριση ινσουλίνης από το πάγκρεας είναι φυσιολογική ή και συχνά αυξημένη, ωστόσο, οι ιστοί του σώματος παρουσιάζουν αντίσταση στην ινσουλίνη, με συνέπεια αυτή να μην μπορεί να μεταφέρει αποτελεσματικά την γλυκόζη στα κύτταρα.

Διαβήτης της κύησης: Στην περίπτωση αυτή ο διαβήτης πρωτοεμφανίζεται στην διάρκεια της εγκυμοσύνης και συνήθως εξαφανίζεται μετά τον τοκετό.


Ποια είναι τα συμπτώματα;

Η κλασική συμπτωματολογία του σακχαρώδους διαβήτη περιλαμβάνει την πολυφαγία, πολυουρία, πολυδιψία και την απώλεια σωματικού βάρους. Στον ΣΔ τύπου 1, η νόσος εμφανίζεται συνήθως απότομα και συχνά η πρώτη εκδήλωσή της μπορεί να είναι η διαβητική κετοξέωση, με ναυτία, εμέτους, διάχυτο κοιλιακό άλγος και απώλεια συνείδησης. Στον ΣΔ τύπου 2, η νόσος εισβάλλει βαθμιαία, ενώ συχνά συνυπάρχουν αδυναμία, κόπωση, ζάλη και ευπάθεια σε λοιμώξεις. Συχνά, η συμπτωματολογία στον ΣΔ τύπου 2 λείπει τελείως και ο ασθενής αισθάνεται υγιής.


Πώς γίνεται η διάγνωση;

Τα κριτήρια για την διάγνωση του σακχαρώδη διαβήτη είναι τα ακόλουθα:

  • Γλυκόζη μετά από 8 ώρες νηστεία >126mg/dl
  • Γλυκόζη μετά από 2 ώρες μετά από φόρτιση με 75 g γλυκόζης από του στόματος > 200 mg/dl
  • Παρουσία συμπτωμάτων (πολυουρία, πολυδιψία, απώλεια βάρους) και τυχαία τιμή γλυκόζης >200 mg/dl
  • Γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη (HbA1c) >6.5%


Υπάρχει τρόπος αντιμετώπισης;

Ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1 που οφείλεται σε απόλυτη έλλειψη ινσουλίνης αντιμετωπίζεται με την χορήγηση ινσουλίνης υποδορίως με συχνό έλεγχο των επιπέδων γλυκόζης στο αίμα. Υπάρχουν διάφοροι τύποι ινσουλίνης που διαφέρουν στην ταχύτητα και διάρκεια της δράσης τους και πολλά σχήματα που μπορεί να χρησιμοποιηθούν για τον βέλτιστο έλεγχο των επιπέδων γλυκόζης στο αίμα ενώ τα τελευταία χρόνια η χρήση αντλιών συνεχούς έγχυσης ινσουλίνης με παράλληλη στενή παρακολούθηση των επιπέδων γλυκόζης του αίματος με τεχνολογία αισθητήρα κερδίζει έδαφος στην αντιμετώπιση του ΣΔ τύπου 1.

Στα αρχικά τουλάχιστον στάδια ο σακχαρώδης διαβήτη τύπου 2 αντιμετωπίζεται με αντιδιαβητικά δισκία, ενώ στην πορεία μπορεί να απαιτηθεί η χορήγηση ινσουλίνης. Τέλος, η αντιμετώπιση του διαβήτη της κύησης περιλαμβάνει δίαιτα με συχνό έλεγχο των επιπέδων γλυκόζης στο αίμα, αλλά και τη χορήγηση ινσουλίνης, ενώ τα αντιδιαβητικά δισκία, με τα τωρινά δεδομένα, δεν έχουν αποδεδειγμένη αποτελεσματικότητα και προφίλ ασφάλειας στην κύηση.

Η υγιεινή διατροφή, η τακτική σωματική δραστηριότητα, η διατήρηση φυσιολογικού σωματικού βάρους και η αποφυγή της χρήσης καπνού είναι τρόποι πρόληψης ή καθυστέρησης της εμφάνισης διαβήτη τύπου 2.


Οξείες και χρόνιες επιπλοκές

Η ανεπαρκής ρύθμιση των τιμών του σακχάρου στο αίμα μπορεί να επιφέρει τόσο οξείες όσο και χρόνιες επιπλοκές. Στις οξείες περιλαμβάνονται η διαβητική κετοξέωση, συνηθέστερη σε ΣΔ τύπου 1, που εμφανίζεται με ναυτία, εμέτους, διάχυτο κοιλιακό άλγος και απώλεια συνείδησης, το υπερωσμωτικό μη κετοξικό κώμα, με σημεία αφυδάτωσης και απώλεια συνείδησης, συχνότερο σε ΣΔ τύπου 2 και η υπογλυκαιμία που αποτελεί πρακτικά επιπλοκή της θεραπείας, αν χορηγηθεί λανθασμένη δόση ινσουλίνης σε συνάρτηση με τις εκάστοτε μεταβολικές ανάγκες, που εμφανίζεται με εφίδρωση, τρόμο, ευερεθιστότητα και απώλεια συνείδησης.

Στις χρόνιες επιπλοκές, λόγω παρατεταμένα αυξημένων τιμών σακχάρου αίματος, συγκαταλέγονται παθήσεις των ματιών (διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια), των νεφρών (διαβητική νεφροπάθεια), της καρδιάς και των μεγάλων αγγείων (στεφανιαία νόσος, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο), η περιφερική αγγειοπάθεια και νευροπάθεια των κάτω άκρων με πόνο στα κάτω άκρα και έλκη που δεν επουλώνονται αλλά και η επιρρέπεια σε λοιμώξεις. Για τους λόγους αυτούς, οι ασθενείς που πάσχουν από διαβήτη χρειάζονται τακτική παρακολούθηση για την ρύθμιση των τιμών του σακχάρου αλλά και την πρόληψη ή και αντιμετώπιση των επιπλοκών της νόσου.

endocrinology mediterraneo hospital - Υποθυρεοειδισμός – Υπερθυρεοειδισμός: τα βασικά σημεία με απλά λόγια

Υποθυρεοειδισμός – Υπερθυρεοειδισμός: τα βασικά σημεία με απλά λόγια

By MEDITERRANEO FIRST CARE, ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΑ, ΕΝΔΟΚΡΙΝΟΛΟΓΙΚΟ
ar. spyroglou mediterraneo hospital - Υποθυρεοειδισμός – Υπερθυρεοειδισμός: τα βασικά σημεία με απλά λόγια

Αριάδνη Σπύρογλου, Ενδοκρινολόγος Mediterraneo Hospital & Mediterraneo First Care

Τι είναι ο Υποθυρεοειδισμός

Ο υποθυρεοειδισμός είναι μια κατάσταση στην οποία ο θυρεοειδής αδένας δεν παράγει επαρκή ποσότητα θυρεοειδικών ορμονών για να καλύψει τις ανάγκες του οργανισμού.

Ποιες είναι οι αιτίες

Η συχνότερη αιτία του υποθυρεοειδισμού στις αναπτυγμένες χώρες είναι η αυτοάνοση θυρεοειδίτιδα ή αλλιώς θυρεοειδίτιδα Hashimoto. Σε αυτήν την περίπτωση το σώμα παράγει αντισώματα (αυτό-αντισώματα) που επιτίθενται κατά του θυρεοειδούς και μπορούν να προκαλέσουν προοδευτική καταστροφή του οργάνου.

Υποθυρεοειδισμός μπορεί να προκληθεί και από μεγάλη έλλειψη ιωδίου, καθώς οι θυρεοειδικές ορμόνες που απελευθερώνονται από το θυρεοειδή έχουν ως δομικό τους συστατικό και μόρια ιωδίου.

Κάποιες φορές ο υποθυρεοειδισμός προκαλείται και στα πλαίσια θεραπευτικής αντιμετώπισης κάποιας προϋπάρχουσας νόσου. Έτσι μετά από χειρουργική αφαίρεση του θυρεοειδούς αδένα, μετά από θεραπεία με ραδιενεργό ιώδιο ή μετά από ακτινοβόληση της περιοχής του τραχήλου προκύπτει υποθυρεοειδισμός.

Λιγότερο συχνά, υποθυρεοειδισμός μπορεί να εμφανιστεί μετά τη λήψη συγκεκριμένων φαρμάκων ή στα πλαίσια μιας τοπικής φλεγμονής του οργάνου που έπεται λοίμωξης του ανώτερου αναπνευστικού (υποξεία θυρεοειδίτιδα).

Σε σπάνιες περιπτώσεις, ο υποθυρεοειδισμός μπορεί να οφείλεται σε δυσλειτουργία της υπόφυσης, του αδένα δηλαδή εκείνου που ρυθμίζει την φυσιολογική λειτουργία του θυρεοειδούς.

Τέλος, σπανιότατα, ο υποθυρεοειδισμός μπορεί να οφείλεται σε συγγενή απλασία του οργάνου στη διάρκεια της ανάπτυξης του εμβρύου στη μήτρα και τότε καλείται κρετινισμός.

Ποια είναι τα συμπτώματα

Καθώς ο θυρεοειδής είναι πρακτικά υπεύθυνος για την λειτουργία πολλών οργάνων και συστημάτων του οργανισμού, η ανεπαρκής του λειτουργία μπορεί να εκδηλωθεί με μια ποικιλία συμπτωμάτων. Συχνά τα άτομα που πάσχουν από υποθυρεοειδισμό παραπονούνται για αυξημένη κόπωση, υπνηλία και νωθρότητα, για καταθλιπτική διάθεση, διαταραχές της μνήμης, μυϊκούς πόνους και αδυναμία, για ήπια αύξηση του σωματικού τους βάρους και οιδήματα, για βραχνάδα στη φωνή, για υπερευαισθησία στο κρύο, ξηροδερμία, τριχόπτωση και εύθρυπτα νύχια ή για δυσκοιλιότητα. Στις γυναίκες ο υποθυρεοειδισμός μπορεί να προκαλέσει διαταραχές του κύκλου ενώ αποτελεί και αίτιο μειωμένης γονιμότητας. Σε ασθενείς με υποθυρεοειδισμό μπορεί να παρατηρηθεί παράλληλα βραδυκαρδία και αύξηση της χοληστερόλης του αίματος.

Πολλά από τα παραπάνω συμπτώματα είναι μη ειδικά, η διερεύνησή τους όμως πρέπει να περιλαμβάνει και τον έλεγχο των ορμονών του θυρεοειδούς.

Πώς γίνεται η διάγνωση

Η διάγνωση του υποθυρεοειδισμού γίνεται με την εξέταση ορμονών στο αίμα. Αδρά, αν η TSH είναι αυξημένη και η ελεύθερη θυροξίνη (fT4) μειωμένη, τότε το άτομο πάσχει από κλινικό υποθυρεοειδισμό. Στην αρχή της νόσου μπορεί η TSH να είναι αυξημένη, ενώ η fΤ4 παραμένει ακόμα φυσιολογική. Τότε μιλάμε για υποκλινικό υποθυρεοειδισμό. Με τη μέτρηση των αντισωμάτων anti-TPO και anti-Tg διερευνάται το αίτιο του υποθυρεοειδισμού. Ένα συμπληρωματικό υπερηχογράφημα τραχήλου μπορεί να δώσει πληροφορίες για την ανατομική εικόνα του οργάνου.

Πώς αντιμετωπίζεται

Η θεραπεία του υποθυρεοειδισμού έγκειται στο να χορηγήσουμε εξωγενώς τις θυρεοειδικές ορμόνες που δεν μπορεί να φτιάξει ο οργανισμός. Η θυροξίνη, το φάρμακο δηλαδή που χορηγείται, δεν θεραπεύει την υπολειτουργία του οργάνου αλλά υποκαθιστά αυτό ακριβώς το έλλειμμα των ορμονών. Έτσι στην μεγάλη πλειοψηφία των περιπτώσεων η θεραπεία αυτή είναι χρόνια. Ωστόσο, καθώς οι ανάγκες του οργανισμού μας διαφοροποιούνται σε πολλές περιπτώσεις, με χαρακτηριστικά παραδείγματα την κύηση και τη γαλουχία, την εμμηνόπαυση, αλλά και τις μεγάλες μεταβολές του σωματικού βάρους, η δόση της θυροξίνης μπορεί να χρειαστεί να αλλάξει πολλές φορές για να ανταποκριθεί στις εκάστοτε ανάγκες του οργανισμού. Έτσι άτομα που λαμβάνουν αγωγή υποκατάστασης με θυροξίνη πρέπει να ελέγχουν σε τακτά χρονικά διαστήματα τα επίπεδα των ορμονών στο αίμα τους και να συμβουλεύονται τον ενδοκρινολόγο τους για τυχόν ανάγκη τροποποίησης της δόσης του φαρμάκου.

Τι είναι ο Υπερθυρεοειδισμός

Στον υπερθυρεοειδισμό ο θυρεοειδής αδένας παράγει υπερβολική ποσότητα θυρεοειδικών ορμονών σε σχέση με τις μεταβολικές ανάγκες του οργανισμού.

Ποιες είναι οι αιτίες

Μια από τις συχνότερες αιτίες υπερθυρεοειδισμού είναι η νόσος Graves. Σε αυτήν την περίπτωση το σώμα παράγει αντισώματα (αυτό-αντισώματα) που διεγείρουν τον θυρεοειδή να παράγει θυρεοειδικές ορμόνες.

Αρκετά συχνά, ο υπερθυρεοειδισμός μπορεί να προκληθεί λόγω ενός ή περισσότερων όζων του θυρεοειδούς που ανεξέλεγκτα («αυτόνομα») υπερπαράγουν τις θυρεοειδικές ορμόνες.

Στα σπανιότερα αίτια συγκαταλέγονται ο ιατρογενής υπερθυρεοειδισμός λόγω εξωγενούς χορήγησης θυρεοειδικών ορμονών και η λήψη φαρμάκων όπως αμιωδαρόνη ενώ παροδικός υπερθυρεοειδισμός παρατηρείται και στην αρχική φάση της υποξείας θυρεοειδίτιδας.

Ποια είναι τα συμπτώματα

Η αυξημένη παρουσία θυρεοειδικών ορμονών οδηγεί σε ενεργοποίηση του μεταβολισμού και υπερλειτουργία πολλών συστημάτων του σώματος. Έτσι οι ασθενείς με υπερθυρεοειδισμό έχουν συχνά αυξημένη όρεξη και παράλληλα παρατηρούν μη επιθυμητή απώλεια βάρους. Επίσης αυτοί οι ασθενείς μπορεί να παραπονεθούν για αίσθημα παλμών και ταχυκαρδία, δυσανεξία στη ζέστη, εφίδρωση, τρόμο των χεριών, ευερεθιστότητα, διαταραχές στον ύπνο, διάρροια, ερεθισμό στα μάτια και εξόφθαλμο (σε νόσο Graves). Στις γυναίκες ο υπερθυρεοειδισμός μπορεί να προκαλέσει διαταραχές του κύκλου ενώ αποτελεί και αίτιο μειωμένης γονιμότητας. Σε ασθενείς με υποθυρεοειδισμό μπορεί να παρατηρηθεί παράλληλα αρτηριακή υπέρταση και διαταραχές του μεταβολισμού της γλυκόζης.

Πώς γίνεται η διάγνωση

Η διάγνωση του υπερθυρεοειδισμού απαιτεί την μέτρηση των θυρεοειδικών ορμονών στο αίμα. Αδρά, εδώ οι θυρεοειδικές ορμόνες fT4 και fT3 είναι συχνά αυξημένες, ενώ τα επίπεδα της TSH είναι πολύ χαμηλά. Για την διερεύνηση του αιτίου του υπερθυρεοειδισμού απαιτούνται και περαιτέρω εργαστηριακές και απεικονιστικές εξετάσεις, όπως ο προσδιορισμός αυτό-αντισωμάτων (TSI αλλά και anti-TPO), ένα υπερηχογράφημα του θυρεοειδούς αλλά και ένα σπινθηρογράφημα του οργάνου.

Πώς αντιμετωπίζεται

Η αρχική αντιμετώπιση της υπερλειτουργίας του θυρεοειδούς περιλαμβάνει στις περισσότερες περιπτώσεις φαρμακευτική αγωγή με θυρεοστατικά φάρμακα (μεθιμαζόλη, καρβιμαζόλη, προπυλθειουρακίλη) σε σταδιακά μειούμενη δόση για 1-2 έτη και κατά περίπτωση συμπληρωματικά φάρμακα για συμπτωματική θεραπεία (π.χ. για την αντιμετώπιση της ταχυκαρδίας). Σε πολλές περιπτώσεις όμως, η παραπάνω φαρμακευτική αγωγή δεν επιτυγχάνει και την οριστική θεραπεία της νόσου.  Αυτή μπορεί να επιτευχθεί κυρίως με χειρουργική αφαίρεση του οργάνου ή με θεραπεία με ραδιενεργό ιώδιο. Οι δύο αυτές επιλογές έχουν τόσο πλεονεκτήματα όσο και μειονεκτήματα και η τελική επιλογή πρέπει να γίνει με συνεκτίμηση του αιτίου αλλά και της βαρύτητας της νόσου, της ηλικίας και των συννοσηροτήτων του ασθενούς αλλά και της επιθυμίας του.

Εξαίρεση στην παραπάνω θεραπευτική προσέγγιση αποτελεί ο παροδικός υπερθυρεοειδισμός στην υποξεία θυρεοειδίτιδα, όπου η θεραπεία περιλαμβάνει τη χορήγηση αντιφλεγμονωδών φαρμάκων ή και κορτικοστεροειδών με ταυτόχρονη παρακολούθηση της λειτουργίας του θυρεοειδούς.

Το Ενδοκρινολογικό τμήμα του Mediterraneo Hospital παρέχει πλήρη κάλυψη σε περιστατικά που χρήζουν νοσηλείας για την καλύτερη διερεύνηση , διάγνωση και θεραπεία τους, αλλά και σε εξωνοσοκομειακούς ασθενείς με προβλήματα που αφορούν σε οποιαδήποτε πάθηση ενδοκρινικής αιτιολογίας.